Movies Ltd

reviewing responsibly...



Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2014 TIFF 14 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

Άγιος (;) ο Θεός...

Στα τόσα χρόνια που παρακολουθούμε το φεστιβάλ, δεν έχει υπάρξει πιο λιτή τελετή έναρξης από τη φετινή. Ειπώθηκαν τα εντελώς απαραίτητα – εντάξει, η παρουσιάστρια Πηνελόπη Τσιλίκα (πρωταγωνίστρια στη Μικρά Αγγλία του Παντελή Βούλγαρη), είχε μια υπερβολή σε κάποιες στροφές του λόγου της – και μετά από ομιλία δύο λεπτών από τον Δημήτρη Εϊπίδη κι άλλων δύο λεπτών από τον Γιάννη Μπουτάρη η σεμνή τελετή έλαβε τέλος. Καλύτερα. Έτσι μπήκαμε κατευθείαν στο ψητό. Και μετά από έναν σύντομο χαιρετισμό του Kornél Mundruczó μέσω βίντεο είδαμε την ταινία έναρξης του φεστιβάλ.

Fehér Isten / White God

Το «Λευκός Θεός» (Fehér Isten / White God) του Ούγγρου σκηνοθέτη, που κέρδισε το βραβείο στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα» του περασμένου φεστιβάλ Καννών, αποτέλεσε μια παράξενη και ιδιαίτερη εμπειρία για όλους τους θεατές στο «Ολύμπιον». Άλλοι την αγάπησαν άλλοι την μίσησαν κι αυτό φάνηκε στα πηγαδάκια που δημιουργήθηκαν μετά το πέρας της προβολής της. Η αλήθεια είναι πως ο σκηνοθέτης ισορροπεί συνεχώς σε τεντωμένο σκοινί, έτοιμος ανά πάσα στιγμή να γλιστρήσει στη γραφικότητα και τον... χολιγουντισμό (sic), εντέλει όμως παραδίδει κάτι που λίγο απέχει να χαρακτηριστεί αριστούργημα. Άνισο μεν, σπουδαίο δε.

Η υπόθεση: Η 13χρονη Λίλι είναι ένα κορίτσι που ζει στη σύγχρονη Βουδαπέστη. Μένει με τη μητέρα της, τον πατριό της και τον αγαπημένο της σκύλο, τον Χάγκεν. Όταν οι κηδεμόνες της θα χρειαστεί να λείψουν σε ταξίδι για δουλειές για όλο το καλοκαίρι, η Λίλι αναγκάζεται να μείνει με τον πατέρα της, έναν κτηνίατρο παραιτημένο και κακόκεφο. Ο μπαμπάς δεν θέλει τον Χάγκεν στο σπίτι του κι όταν καλείται να πληρώσει έναν ειδικό φόρο που έλαβε η κυβέρνηση της Ουγγαρίας σε όσους φροντίζουν ημίαιμα αντί για καθαρόαιμα, αποφασίζει να εγκαταλείψει το σκύλο στο δρόμο προς μεγάλη απογοήτευση και πίκρα της Λίλι. Περιπλανώμενος στους δρόμους, ψάχνοντας τρόπο να γυρίσει πίσω στη Λίλι, ο Χάγκεν πέφτει σε κακοτοπιές. Σε ανθρώπους που προσπαθούν να τον εκμεταλλευτούν. Ο Χάγκεν αγριεύει. Κι όταν του δοθεί η ευκαιρία θα ηγηθεί της εξέγερσης των ημίαιμων εναντίον της ανθρωπότητας. Τι θα γίνει, όμως, όταν τελικά βρει τη Λίλι, η οποία με τη σειρά της δεν είχε πάψει λεπτό να τον αναζητεί;

Η άποψή μας: Ο Χάγκεν (τον οποίο υποδύονται δύο σκύλοι) είναι καφετής. Είναι όμως και ο λευκός θεός της ταινίας. Πρώτη αναφορά λοιπόν, στο «Λευκό σκύλο» (White Dog), του Samuel Fuller, όπου ένας εκπαιδευτής σκύλων προσπαθεί να αλλάξει τη συμπεριφορά ενός λευκού γερμανικού λυκόσκυλου το οποίο έχει εκπαιδευτή να ορμά μόνο σε μαύρους! Σε κάποιες σκηνές της ταινίας σκέφτεσαι τον «Όλιβερ Τουίστ», σε άλλες τα «Πουλιά» του Hitchcock ή ακόμα, ακόμα τον «Πλανήτη των πιθήκων» ή και τον... «Σπάρτακο» και το «Κουρδιστό πορτοκάλι» (εντάξει, το παρατράβηξα). Μια αλληγορία, λοιπόν, για τον ρατσισμό, την άρχουσα τάξη των καθαρόαιμων, που πάντα αντιμάχεται τους ημίαιμους, τη βία της εξουσίας, την εκμετάλλευση των ζώων από τον άνθρωπο. Αλλά και μια ταινία για την ενηλικίωση, τη σχέση γονέα – παιδιού, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα. Ή, όπως πολύ απλά το έθεσε ο ίδιος ο σκηνοθέτης, η ταινία προέκυψε ως απάντηση στην άνοδο των νεοναζί στη χώρα του.

Τεχνικά ομιλώντας το φιλμ είναι άψογο. Σπουδαία σκηνοθεσία, τρομερή διεύθυνση φωτογραφίας, εξαιρετική ηχητική μπάντα και σάουντρακ. 274 σκυλιά συμμετείχαν στα γυρίσματα, ο μεγαλύτερος αριθμός που έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ σε μια ταινία. Και δεν υπάρχουν οπτικά εφέ: η μεγαλειώδης αρχική σκηνή (που επαναλαμβάνεται αυτούσια λίγο μετά το μέσον) και η συναρπαστική, ποιητική σκηνή του φινάλε, που έχει πολύ... προσκύνημα δεν μπορούν παρά να γουρλώσουν τα μάτια του θεατή. Ο Mundruczó ωριμάζει, αιφνιδιάζει, προβληματίζει. Κάποιοι συμβολισμοί είναι εύκολοι, το φινάλε παραπέμπει σε προδιαγεγραμμένη αποτυχία της επανάστασης («να καλέσω την αστυνομία;» - «όχι ακόμα»), η βία κάποιες φορές ενοχλεί (και μιλάμε για τη βία που υφίστανται τα ζωντανά, έτσι;), το σύνολο όμως είναι σπάνιας αισθητικής και γεμάτο νοήματα που εύκολα γίνονται αντιληπτά αλλά δύσκολα μπορούμε να τα χωνέψουμε και να τα μεταφράσουμε σε τρόπο ζωής.

(η ταινία ολοκλήρωσε τις προβολές της στο φεστιβάλ – έχει διανομή από την Ama Films και θα βγει στις αίθουσες της χώρας μας την Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου)

Gilliap

Για να μην αφήσουμε... ξεροσφύρι ως μοναδική ταινία της πρώτης μας ανταπόκρισης το «Λευκό Θεό» θα αναφερθούμε σε άλλες δύο ταινίες που έτυχε να δούμε παλαιότερα και προβάλλονται στο φεστιβάλ.

Στο πλαίσιο του αφιερώματος του φεστιβάλ στον Roy Andersson προβλήθηκε σήμερα το απόγευμα η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Σουηδού σκηνοθέτη, το «Γκίλιαπ» (Giliap). Παραθέτουμε παρακάτω το κείμενο που γράψαμε για την ταινία στο πλαίσιο άρθρου για την καριέρα του στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Soul» που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες (ναι, αυτό με εξώφυλλο την Emma Stone):

Θα μπορούσε να είναι θεατρικό του Ίψεν. Ή μία ταινία του διασημότερου συμπατριώτη του Roy, του Ingmar Bergman. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα ψυχολογικό, αισθηματικό δράμα. Ένας νεαρός χωρίς όνομα ζητάει και πιάνει δουλειά ως σερβιτόρος σε ένα ξενοδοχείο. Εκεί δουλεύει ως σερβιτόρα η όμορφη Άννα, που είναι ζευγάρι με έναν τύπο, ο οποίος ονομάζει τον εαυτό του «Κόμη» και βγάζει τα προς το ζην πλένοντας πιάτα. Η Άννα θέλει να ξεφύγει, να αλλάξει ζωή. Δείχνει το ενδιαφέρον της για τον νεαρό σερβιτόρο, αλλά εκείνος έχει αλλού το μυαλό του. Ο «Κόμης» τον συμπαρασύρει σε μια ληστεία, δίνοντάς του το κωδικό όνομα «Γκίλιαπ». Η ληστεία αποτυγχάνει παταγωδώς, η Άννα το σκάει, ο σερβιτόρος την ψάχνει και τη βρίσκει, συνειδητοποιώντας πως είναι ερωτευμένος μαζί της και ο «Κόμης» δίνει με έναν πυροβολισμό το τραγικό φινάλε στην ιστορία. Η ταινία αποδείχτηκε τεράστια οικονομική καταστροφή. Το μπάτζετ της ξέφυγε, οι κριτικοί της εποχής την κατακρεούργησαν και οι θεατές της έδειξαν την πλάτη τους: ούτε 15 χιλιάδες Σουηδοί πήγαν να τη δουν. Κανένας παραγωγός δεν ήθελε να δουλέψει πλέον μαζί με τον Roy. Έως ότου η επιτυχία τον βρήκε εκεί που δεν το περίμενε.

(η ταινία ολοκλήρωσε τις προβολές της στο φεστιβάλ)

Nånting måste gå sönder/ Something Must Break

Τελειώνουμε την αναφορά μας στην πρώτη ημέρα του φεστιβάλ με την ταινία «Κάτι πρέπει να σπάσει» (Nånting måste gå sönder / Something Must Break) του Ester Martin Bergsmark (Ανοιχτοί Ορίζοντες – Κυρίως πρόγραμμα). Μια ταινία που, όντας ομοφοβικός, δεν μπορώ να την κρίνω αντικειμενικά. Ούτε μπορώ να την προτείνω στους μέσους θεατές – τουλάχιστον εγώ και λόγω επαγγελματικής διαστροφής, είμαι... προπονημένος σε αντίστοιχα θεάματα. Αλλά πάλι, τι να πω, ο μέσος θεατής μπορεί να με εκπλήξει και να μην είναι τόσο συντηρητικός όσο εγώ εντέλει.

Η υπόθεση: Ο Σεμπάστιαν είναι ένας διαφυλικός που ζει στη Σουηδία. Θέλει να γίνει η Έλι, την οποία προσδιορίζει στο μυαλό του ως τη δυναμική αδελφή του. Συγκατοικεί με μια λεσβία, δουλεύει σε κάτι σαν Ikea και αναζητά τον έρωτα. Κι όσο ο έρωτας δεν εμφανίζεται, ξοδεύεται σε one night stands και «ψωνίζεται», σπορ που σαφώς και είναι επικίνδυνο. Σε μια τέτοια επικίνδυνη κατάσταση τον σώζει από βίαιο ξυλοδαρμό ο Αντρέας, που είναι στρέιτ. Ανάμεσα στους δύο νέους αναπτύσσεται μια σχέση, φιλική αρχικά, κάτι πολύ περισσότερο αργότερα. Μπορούν όμως να είναι οι δυο τους μαζί;

Η άποψή μας: Πρώτη ταινία μυθοπλασίας του (ντοκιμαντερίστα ως τώρα) διαφυλικού σκηνοθέτη Bergsmark. Με πρωταγωνιστή έναν επίσης πραγματικό διαφυλικό, που υποδύεται τον Σεμπάστιαν / Έλι. Μάλιστα, για να βρεθεί ο άνθρωπος που ερμήνευσε το ρόλο πέρασαν από κάστινγκ πάρα πολλοί διαφυλικοί στη Στοκχόλμη. Αν παραβλέψουμε τα σεξουαλικά στεγανά η ταινία είναι ένα μελόδραμα ουσιαστικά. Με τον πρωταγωνιστή να είναι μια πραγματική drama queen, χωρίς αυτοπεποίθηση αρχικά, που έχει ένα κουτί στο οποίο μαζεύει αναμνηστικά από σχεδόν έρωτες: ένα πατημένο αλουμινένιο κουτί αναψυκτικού, ένα ματωμένο χαρτομάντιλο, ένα μικρό μαχαίρι. Καθώς γνωρίζει τον Αντρέας, όμως, και τον ερωτεύεται με όλο του το είναι, αλλάζει, δυναμώνει και αποδέχεται πως δεν έχει κανένα πρόβλημα να αποδεχτεί τον εαυτό του ως Έλι, ανεξάρτητα από το πως πιθανόν τον βλέπει ο περίγυρός του.

Το σάουντρακ είναι εξαιρετικό (ακούγονται από How To Dress Well και The Knife έως The Crime και Tami Tamaki – το δικό της «I Never Loved This Hard This Fast Before» ξεχωρίζει, ενώ υπάρχει και σκηνή με καραόκε όπου ακούγεται το «Fading Like A Flower» των Roxette!), υπάρχει μια τρομερά ρομαντική παραδόξως ατάκα («είσαι τόσο όμορφος/η που μου έρχεται να ξεράσω») αλλά το όλον απλά δεν στέκει. Και υπάρχουν σκηνές που φλερτάρουν με την ιλαρότητα: ο αλά Pieta Σεμπάστιαν / Έλι βρίσκεται στην αγκαλιά ενός εραστή την ίδια ώρα που άλλος εραστής ουρεί επάνω του σε slow motion κι ενώ ακούγεται το «You're My Thrill» της Πέγκι Λι! Not my cup of tea και περί ορέξεως κολοκυθόπιτα.

(η ταινία προβάλλεται την Πέμπτη 6 Νοεμβρίου στις 22.30, στην αίθουσα Φρίντα Λιάππα και το Παρασκευή 7 Νοεμβρίου στις 23.00 στην αίθουσα Τζον Κασσαβέτης)
θοδωρής γιαχουστίδης

Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2014 TIFF 14 Live

Η Κακή Μέρα Από Το Πρωί Φαίνεται (Alexander and the Terrible, Horrible, No Good, Very Bad Day) PosterΗ Κακή Μέρα Από Το Πρωί Φαίνεται

του Miguel Arteta. Με τους Steve Carell, Jennifer Garner, Ed Oxenbould, Dylan Minnette, Kerris Dorsey, Bella Thorne


Βρείτε τον Γκαντέμη!
του zerVo (@moviesltd)

Κάθε εμπόδιο για καλό που λέει κι ο λαός και νά' χουμε την υγείας μας να ξεπερνάμε τα προβλήματα. Αυτό ακριβώς με λιγουλάκι ανορθόδοξο τρόπο, επικεντρώνοντας σε όλες εκείνες τις στιγμές που μπορεί να μαυρίσουν την καθημερινότητα, να χαλάσουν την διάθεση, να καταρρακώσουν το κέφι και να διαλύσουν το οποιοδήποτε θετικό συναίσθημα, είναι το φαμιλιάρικο μηνυματάκι που στέλνει η χαμογελαστή εντέλει, κωμωδιούλα καταστάσεων της Disney, με αυτόν τον αναίτια μακροσκελέστατο τίτλο. Που πήρε μόλις 44 χρόνια να μεταφερθεί από τις σελίδες της νουβέλας της Judith Viorst, στην μεγάλη οθόνη...

Η Κακή Μέρα Από Το Πρωί Φαίνεται (Alexander and the Terrible, Horrible, No Good, Very Bad Day) Wallpaper
Μία ημέρα πριν κλείσει τα δώδεκα χρόνια ζωής, ο συνεσταλμένος Αλεξάντερ, θα περάσει ένα εφιαλτικό 24ωρο, γνωρίζοντας συνεχείς αποτυχίες στο σχολείο, βιώνοντας την απόρριψη από τους φίλους του που δεν θα τον τιμήσουν στο πάρτι που διοργανώνει και νιώθοντας αποξενωμένος από τα αγαπημένα του πρόσωπα, πιστεύοντας πως δεν του δίνουν την σημασία που δικαιούται. Μέσα στο όνειρο του θα ευχηθεί όλα εκείνα τα δεινά που εκείνος περνά, να τα ζήσουν κι εκείνοι για μια ημέρα, να καταλάβουν τι θα πει αδικία και απαξίωση. Πέστο κι έγινε απαντά η νεράιδα..

Από το καθυστερημένο πρωινό ξύπνημα που θα διαλύσει μονομιάς το πρόγραμμα της οικογένειας Κούπερ, θα δοθεί το άρξασθε πυρ της συμφοράς. Η μαμά Κέλλυ, δίχως αμάξι αφού η μπαταρία σώθηκε από λάθος την προηγούμενη νύχτα, τρέχει να προλάβει την έκδοση του παιδικού βιβλίου που επιμελείται, η εκτύπωση του οποίου όμως είναι εντελώς λανθασμένη. Ο μεγάλος αδελφός Άντονυ, βλέπει την σχέση με την κοπέλα του να διαλύεται, μαζί με την ψυχολογία του λίγο πριν δώσει εξετάσεις για δίπλωμα οδήγησης, η μεσαία αδελφή Έμιλυ, λίγο πριν την πολυαναμενόμενη σχολική παράσταση θα ανεβάσει σαράντα πυρετό και ο μπαμπάς Μπεν, έχοντας ραντεβού που θα κρίνει το επαγγελματικό του μέλλον, υποχρεούται να πάρει μαζί του, τον βενιαμίν του σπιτιού Τρέβορ, που πραγματικά είναι μια κινούμενη καταστροφή.

Μέσα σε 80 το πολύ λεπτουδάκια, λαμβάνουν χώρα όλες οι γκαντεμιές που ακόμη και το πιο ευφάνταστο μυαλό θα μπορούσε να σκεφτεί. Σαν να έπεσε μια ατομική βόμβα στο μέσον των φιλοδοξιών της εύπορης, αστικής αυτής ομάδας και διέλυσε μονομιάς, όνειρα, προσδοκίες, ελπίδες. Φαντάζεσαι πως μετά από αυτή την βιβλική καταστροφή, θα επέλθει και η γκρίνια, η μιζέρια, η ολοκληρωτική διάλυση. Ε, όχι δα, αφού μιλάμε για ένα από τα δεκάδες live action του στούντιο του θείου Walt, που έχει εκείνο το χάρισμα να αναδίδει μέσα ακόμη κι από τις πιο στενόχωρες (διασκεδαστικές και κωμικές εδώ) καταστάσεις, το πιο αισιόδοξο και ισχυρό μήνυμα. Που οι δυτικές κοινωνίες θα αποδεχτούν σαν βάλσαμο, ενάντια στις αντιξοότητες που τους προσμένουν στον δύσκολο πραγματικό τους βίο.

Ο σκηνοθέτης Miguel Arteta, μετά από το γλυκούλι Youth In Revolt, παίρνει ένα θέμα κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της Disney και λειτουργώντας σαν φυσικός διάδοχος του Shaun Levy, το φέρει εις πέρας με τον πλέον αναμενόμενο και δίχως την παραμικρή έκπληξη τρόπο. Με όπλο του την φρενίτιδα στην παρουσίαση των διαρκών αναποδιών, αλλά χωρίς καμιά σπουδαία έμπνευση να προβάλει κάποια ανατροπή, ουσιαστικά αφήνει το χαρούμενο εντέλει θεματάκι του να κυλήσει μέχρι το φινάλε, όπου βεβαίως τα πάντα μπαίνουν σε τάξη και ζουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Για πες: Μίνι σουρπρί, η εμφάνιση του μπόμπιρα Ed Oxenbould, που σηκώνει πάνω στους ανήλικους ώμους του το βάρος του όχι εύκολου ρόλου του, δίχως μάλιστα να παίρνει ιδιαίτερες βοήθειες ούτε από τα ακατάπαυστα ουρλιαχτά της Jennifer Garner, ούτε από τις συνήθεις φατσούλες του Steve Carell, που δεν δικαιολογεί με την μικρή του - και ερμηνευτικά - παρουσία στο εκράν τον τίτλο του βαριού χαρτιού του πρότζεκτ.

Η Κακή Μέρα Από Το Πρωί Φαίνεται (Alexander and the Terrible, Horrible, No Good, Very Bad Day) Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Στις 30 Οκτωβρίου 2014 από την Feelgood

Τριάντα ακριβώς χρόνια μετά την πρώτη στιγμή που το προερχόμενο από το μέλλον ανθρωποειδές, σκόπευε την εξόντωση στο σήμερα, του μοναδικού ανθρώπου που θα μπορούσε να σώσει τον κόσμο, στον εισαγωγικό Terminator του Cameron, ένα ακόμη επεισόδιο του δημοφιλούς και αγαπημένου franchise προστίθεται στην μακρά αλυσίδα, που δυστυχώς και προβλεπόμενα, έχει φθίνουσα πορεία ποιότητας στην εξέλιξη του. Αυτή την φορά το Terminator: Genisys, είναι φτιαγμένο από τα χέρια του Alan Taylor (Game Of Thrones, Thor: The Dark World) βασισμένο σε σενάριο της Laeta Kalogridis (Avatar, Shutter Island0 και του Patrick Lussier (Drive Angry) και επιχειρεί μια ολοκαίνουργη προσέγγιση στον υπάρχοντα θρύλο. Εφόσον ο ηλικιωμένος εξολοθρευτής Τ-800 που ταξιδεύει για ακόμη μια φορά στο χρόνο, μαζί με έναν καλά εκπαιδευμένο πολεμιστή, προκειμένου να εντοπίσουν την νεαρή και ορφανή Σάρα Κόννορ και να της διδάξουν τους κανόνες του πολέμου, ενάντια στα κυρίαρχα ανθρωποειδή.

Terminator: Genisys Schwarzenegger

Terminator: Genisys Schwarzenegger

Οι πρώτες εικόνες από το καστ που περιλαμβάνει ονόματα όπως οι Jai Courtney, Jason Clarke, J.K. Simmons, Matt Smith, Byung Hun Lee, Emilia Clarke και έδωσε στην δημοσιότητα η παραγωγή, μπορεί να μην ήταν και οι πλέον αντιπροσωπευτικές για το μέγεθος του φιλόδοξου φιλμ. Αποκατάσταση της τάξης που φέρνει το επίσημο still με την μορφή του μυθικού Arnold Achwarzenegger κρατώντας την κοντόκαννη, αλλά και του μεταλλικού ρομπότ, που θα κληθεί να αντιμετωπίσει στην μεγάλη οθόνη για ακόμη μια φορά, την 1η Ιουλίου του 2015.

Πολεμική περιπέτεια που λαμβάνει χώρα στα φλεγόμενα πεδία της Αφρικής είναι η περίπτωση του Eye In The Sky, που υπογράφει ο αναγνωρισμένος και βραβευμένος σκηνοθέτης Gavin Hood, που επιστρέφει μετά την - όχι και τόσο πετυχημένη εμπορικά - sci fi νουβέλα του Ender's Game. Πιλότος της αμερικάνικης αεροπορίας, με εξειδίκευση στις πτήσεις μη επανδρωμένων αεροσκαφών, βρίσκεται μπροστά σε ηθικό δίλημμα, πληροφορούμενος πως ένα μικρό, εννιάχρονο αθώο κορίτσι, εντοπίζεται εντός του στόχου στο Ναΐρόμπι, που εντός ολίγου πρόκειται να κτυπήσει, έχοντας λάβει εντολή από την διοικητή του Συνταγματάρχη Κάθριν Πάουελ. Η συναισθηματική φόρτιση του αεροπόρου θα τον οδηγήσει σε μια ριψοκίνδυνη απόφαση, τόσο για τον ίδιο, όσο και για την έκβαση της αποστολής κατά των τρομοκρατών. Το φιλμ αυτή την περίοδο βρίσκεται σε διαδικασία γυρισμάτων, δίχως να έχει δοθεί επίσημη ημερομηνία εξόδου στις αίθουσες, απλά και μόνο μια πρώτη φωτογραφική γεύση, από το τι πρέπει να περιμένουμε...

Eye In The Sky Helen Mirren

Που απεικονίζει την αειθαλή Helen Mirren ντυμένη τα χακί της Κολονέλας, σε ρόλο που ακολουθεί εκείνον των RED σε πολύ πιο δραματική χροιά όμως, την στιγμή που τον πιλότο υποδύεται ο ταχύτατα ανερχόμενος Aaron Paul και τον ηγέτη των εξτρεμιστών ο Barkhad Abdi που γνωρίσαμε στον Captain Phillips. Το διεθνές καστ ολοκληρώνουν και οι Colin Firth, Alan Rickman και Iain Glenn.

Ίντα (Ida) PosterΊντα

του Paweł Pawlikowski. Με τους Agata Trzebuchowska, Agata Kulesza, Joanna Kulig, Dawid Ogrodnik, Adam Szyszkowski, Jerzy Trela


Αβεβαιότητα
του zerVo (@moviesltd)

Εικοσιπέντε χρόνια μετά την πτώση του παραπετάσματος, η χώρα που βασανίστηκε όσο καμία άλλη κατά την διάρκεια του 2ου παγκοσμίου πολέμου, αλλά και εκείνη που στάθηκε κοντύτερα στην Κόκκινη Υπερδύναμη, από όλες της έτερες συμμαχικές της Κομεκόν, βρίσκεται μπροστά σε ένα σταυροδρόμι αβεβαιότητας, όπου αμέτρητα ερωτηματικά βασανίζουν την μελλοντική του ύπαρξη. Δεν είναι μικρό το διάστημα που η Πολωνία ξέφυγε οριστικά από τα πτερύγια της ΕΣΣΔ, δοκιμάζοντας τις ολόδικες της ανεξάρτητες δυνάμεις, δίχως όμως τα αποτελέσματα που ανέμεναν οι εργατικότατοι και συμπαθέστατοι κάτοικοι της. Και σε αυτή την ασύντακτη και ανομοιογενή Ευρώπη που μονάχη τρώει τις σάρκες της, δεν υπάρχουν περιθώρια για άλλα ρίσκα. Τραβάμε μπροστά, ελπιδοφόρα και όπου μας βγάλει το διάβα...

Ίντα (Ida) Wallpaper
Έχοντας μεγαλώσει με τους αυστηρούς κανόνες που διέπουν την απομονωμένη κοινωνία του Καθολικού μοναστηριού, η 19χρονη Άννα, λίγο πριν δώσει τους όρκους αιώνιας πίστης στον Θεό και χρισθεί επίσημα καλόγρια, θα κληθεί από την Ηγουμένη της να επισκεφτεί την οικογένεια της, για μια τελευταία φορά ως πολίτης. Μοναδική συγγενής της η θεία της Βάντα, πρώην άτεγκτη δικαστικός με στενές διασυνδέσεις στα υψηλά κλιμάκια του κόμματος, που παρότι εύπορη και ανεξάρτητη οικονομικά, προτιμά να ζει στην φιλελεύθερη απομόνωση της, έχοντας χάσει την πίστη της στους θεσμούς και τα σύμβολα που υπηρέτησε για χρόνια.

Δίχως τον παραμικρό συναισθηματισμό, στην πρώτη τους παγωμένη συνάντηση, η μεσήλικη ανακρίτρια με τις έκδηλες τάσεις αλκοολισμού, θα αποκαλύψει στην ανιψιά της πως το πραγματικό της όνομα είναι Ίντα Λέμπενστάιν και πως οι γονείς της, ως Εβραίοι εκδιώχθηκαν κατά την διάρκεια του πολέμου και θανατώθηκαν στην επαρχία της χώρας. Άγνωστο μέρος που οι δύο γυναίκες θα θελήσουν να αναζητήσουν προκειμένου να αποκαταστήσουν την μνήμη των νεκρών, πριν η δόκιμη επιστρέψει στην Μονή της για πάντα.

Στις αρχές της δεκαετίας του '60, περίοδο που ο πολύπαθος τόπος βρισκόταν ολοκληρωτικά κάτω από τις διαθέσεις της Σοβιετικής επιρροής, μας ταξιδεύει η ματιά του αναγνωρισμένου σύγχρονου δημιουργού Pawel Pawlikowski, που μετά από δύο αγγλόφωνες ταινίες (Last Resort, My Summer Of Love), αλλά και αποτυχημένο ιντερνάσιοναλ La Femme Du Veme, επιστρέφει για να φιλμάρει τους προβληματισμούς του στα πάτρια εδάφη. Το στοιχείο που πρωτίστως καταφέρνει είναι να φωτογραφίσει τον τόπο του, ψυχρό, παγωμένο, ασθενικό, μέσα στο ασπρόμαυρο κάδρο του, σε τέτοιο εύρος μάλιστα μελαγχολίας, που πολύ αμφιβάλλω πως θα άλλαζε το οτιδήποτε η έγχρωμη παρέμβαση. Ανατριχιαστικός ρεαλισμός, που εξελίσσεται σταδιακά σε τρόμο, καθώς η κάμερα του, βασανιστικά ακίνητη, δίχως καν να ανοιγοκλείνει τα μάτια, στέκει ως βωβός αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων, μεταβιβάζοντας αυτομάτως την κάθε συναισθηματική φόρτιση στην ψυχή του θεατή.

Μέσα στο τυπικής ανατολικοευρωπαϊκής κατασκευής αυτοκίνητο, η ζορισμένη θεία - η Κόκκινη Βάντα, όπως την αποκαλούσαν την περίοδο της απόλυτης Σταλινικής κυριαρχίας - και η κινούμενη σε άγνωστα μέχρι τα χθες νερά Ίντα, επιχειρούν ένα μακρύ και μουντό road trip με φόντο τις χιονισμένες τούνδρες και τα πανύψηλα θεριά - κτίρια του Λοτζ, εκεί που τους περιμένουν ακόμη περισσότερες, μοιραίες αποκαλύψεις για το παρελθόν των εν ψυχρώ εκτελεσμένων ανθρώπων τους. Η έκβαση του θρίλερ όμως, ελάχιστη, έως και μηδενική σημασία έχει, μπροστά στις αλληγορίες, πολιτικές και κοινωνικές, που πλημμυρίζουν τα καρέ της δραματικής ελεγείας του Pawlikowski.

Το παλιό μέσα στην φόρμα της τυπικής αυταρχικής πενηντάρας, που έχει αηδιάσει τόσο από την δική της, όσο και από την συντροφική στάση προς το όλον, έρχεται σε επαφή με το έως προ ολίγου αποστειρωμένο πνεύμα της νεολαίας, που μπερδεμένο δεν γνωρίζει αν επιθυμεί να προβεί σε ακόμη περισσότερες αποκαλύψεις για την ιστορία του. Σε αυτές τις δύο, τρεις ημέρες πολιτικού βίου μάλιστα, η νεαρή μοναχή, θα αρχίσει να νιώθει αμφιβολίες ακόμη και για την ακλόνητη μέχρι πρότινος υποταγή της στον πλάστη, υποψίες που θα εξελιχθούν σε φοβίες, καθώς η στιγμή της βάπτισης της πλησιάζει. Συνειρμοί άμεσοι γεννιούνται σε σχέση με το παρόν της Polska, που αμφιταλαντευόμενη στο πανίσχυρο δέσιμο με την Εκκλησία, που προβληματισμένη από την πορεία μισού αιώνα στην απομόνωση, που απογοητευμένη από τις φρούδες υποσχέσεις της Solidarnosk, δεν έχει το κουράγιο να αποφασίσει αν επιζητά την κοινωνικοποίηση της στο ευρύτερο Δυτικό, πια, σύνολο, την επιστροφή στην ασφάλεια (της Μονής) ή να τραβήξει ευθεία σε έναν δρόμο άγνωστο, πλην αυτόνομο και αυτοδύναμο. Με όλες τις συνέπειες που μπορεί να επιφέρει αυτό το αόριστο και στηριγμένο στην τρέλα της νιότης State Of Independence...

Για πες: Στις καλλιτεχνικά άχρωμες εικόνες της Ida, που εντέλει κορυφώνει στην ρίψη ερωτηματικών και επικριτικών (?) σχολίων για το χθες, χωρίς όμως τις αντίστοιχα δίκαιες απαντήσεις (για να τα λέμε όλα σωστά, σε ΚΑΝΕΝΑΝ επιμέρους τομέα η Πολωνία, όπως και καμία χώρα της ευρωπαϊκής Ανατολής, δεν έχει φτάσει σε ανταγωνιστικά επίπεδα προ πτώσης τείχους) οι δύο μορφές των πρωταγωνιστριών συγκλονίζουν με την απλότητα και τον ρεαλισμό στην απόδοση των όσων πρεσβεύουν. Κι αν η πιτσιρίκα Agata Trzebuchowska δικαιούται σημαντικό μέρος του χειροκροτήματος, ως πρωτοεμφανιζόμενη και πρωτόπειρη, τι να πει κανείς για την εκπληκτική ερμηνεία της βετεράνου Agata Kulesza, που η μορφή της μοιάζει σαν βγαλμένη από τα καλύτερα στιγμιότυπα του Δεκαλόγου.

Ίντα (Ida) Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Στις 30 Οκτωβρίου 2014 από την Strada Films

St. Vincent ο αγαπημένος μου Άγιος PosterSt. Vincent ο αγαπημένος μου Άγιος

του Theodore Melfi. Με τους Bill Murray, Melissa McCarthy, Jaeden Lieberher, Naomi Watts, Chris O'Dowd, Kimberly Quinn, Terrence Howard, Ray Iannicelli, Scott Adsit


Ο άγιος των στωικώς χαμένων
του gaRis (@takisgaris)

Δεν νομίζω ότι στο σημείο που έχει φτάσει ο ζωντανός μύθος Bill Murray έχει πλέον ιδιαίτερη σημασία σε ποια ταινία παίζει. Είναι ολοφάνερο ότι αποτελεί λατρεία για το ευρύτατο βορειοαμερικάνικο κοινό που η παρουσία του στο πανί είναι γεγονός must see. Και καλά εγώ τον λιβανίζω - το TIFF14 που του αφιέρωσε ολάκερη Bill Murray Day ρετροσπεκτίβα τι σου λέει; Σου ενισχύει ακριβώς το ότι το St. Vincent είναι απλά η αφορμή για άλλη μια χαλαρού τέμπο περιπέτεια του αγίου των στωικώς χαμένων στο βασίλειο της αποστασιοποιημένης θέσης έναντι σε προσωπική κατάντια (φτώχεια - ποτό) και μύρια οικογενειακά προβλήματα (η σύζυγος στο γηροκομείο με αλζχάιμερ και ο ίδιος με ένα ελαφρύ (;) εγκεφαλικό).

St. Vincent ο αγαπημένος μου Άγιος Wallpaper
Ο Μπρουκλινέζος Βιν έχει ένα γειτονόπουλο τον Όλιβερ, μαθητή καθολικού σχολείου και παιδί διαζευγμένων γονιών που μένει με την κατ’ ανάγκη εργαζόμενη νυχθημερόν Melissa McCarthy, η οποία παίζει τόσο στερεότυπα την προβληματισμένη χωρισμενομάνα, που αναρωτιέσαι μήπως τελικά οι «ομορφιές» της στο Bridesmaids είναι ακριβώς το εύρος των ερμηνευτικών της δυνατοτήτων. Άλλη μεγάλη σπατάλη ο Chris O’Dowd στο ρόλο καθολικού ιεροδιδασκάλου του συμπαθητικού στη φυσικότητά του Jaeden Lieberher / Όλιβερ. Ευτυχώς υπάρχει αυτή η ακάματη χαμελαιόντισσα, η Naomi Watts που συναρπάζει στο Birdman εφέτος, η οποία το διασκεδάζει ως Ρωσίδα (θυμήσου Eastern Promises) έγκυος (στο παιδί του Vincent?) στριπτιζέζ - τροτέζα.

Ο κατά παραγγελία TWC πρωτάρης σκηνοθέτης Theodore Melfi σίγουρα μακαρίζει την τύχη του που ο εκκεντρικός Murray δέχθηκε να παίξει έναν (αρχικά προοριζόμενο για τον Jack Nicholson) ρόλο παλιόγερα (μεταξύ Clint Eastwood στο Gran Torino και γκρινιαρογερούλη στο αξέχαστο animation Up!) με την γνωστή ακαταμάχητη αδιαφορία του. Τσαπατσούλης και κυνικός, πικρόχολος και παραιτημένος, ο Bill καλείται να παίξει στον αυτόματο σύμφωνα με τις επιταγές ενός σεναρίου που θα φέρει ένα κάρο δυστυχία και θα τη φορτώσει πάνω σε αυτόν και τους υπό προστασία του μαμά και γιο, δοκιμάζοντας τις αντοχές στον αυτοσαρκασμό του.

Και την αντοχή μας επίσης. Η τρίτη πράξη του γλυκόπικρου μινι-Rushmore μεντοριλικίου είναι τόσο καραμέλα χολυγουντίλας που σε πιάνει πονόδοντος. Ναι, είναι αδικία που ο Murray δεν έχει ένα Oscar για τη Μέρα της Μαρμότας κι ένα δεύτερο για το Χαμένοι Στη Μετάφραση. Έπαιξε τον Τέντυ Ρούσβελτ προ διετίας, έπεσε στον Lincoln του Daniel Day Lewis. Τόμπολα μάι φρέντ. Τουλάχιστον είναι πραγματικά κεφάτος εδώ, και ουχί όπως στο Broken Flowers (ένεκα ο Jarmusch) που το είδαμε παρέα (στις τότε Νύχτες Πρεμιέρες) με τη μετέπειτα σύζυγο Μαριάνθη η οποία ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ που το πετυχαίνει το χρησιμοποιεί ως απόδειξη της αγάπης της προς εμέ παρά την τραγική βαρεμάρα της ταινίας.

Για πες: Αυτοαναφορικότητα, ε; Μπορεί, ακριβώς όπως το κάνει ο Murrey. Πουλά περσόνα γιατί την έχει καντάρια σε αντίθεση με το St. Vincent που κολάζει και άγιο με την μελούρικη προβλεψιμότητά της τελικής του έκβασης.

St. Vincent ο αγαπημένος μου Άγιος Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Στις 30 Οκτωβρίου 2014 από την Odeon